γωνίδιον

γωνίδιον, τό, Dim. of γωνία, Luc.Nec.17, M.Ant.3.10.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γωνίδιον — γωνία corner neut nom/voc/acc sg γωνίδιον neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γωνίδι — το (AM γωνίδιον) [γωνία] μικρή γωνία …   Dictionary of Greek

  • γωνιδάτος — γωνιδάτος, η, ον (Μ) [γωνίδιον] τετράγωνος …   Dictionary of Greek

  • γωνιδίοις — γωνία corner neut dat pl γωνίδιον neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γωνιδίῳ — γωνία corner neut dat sg γωνίδιον neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.